Το Λεωνίδιο, η πλέον γνωστή παραθαλάσσια πόλη της Αρκαδίας, είναι ένας μικρός τόπος αλλά με ιδιαίτερη ιστορία. Είναι η -κατά κάποιον τρόπο- πρωτεύουσα των Τσακώνων και ένα από τα μέρη στα οποία μιλιέται ακόμα η πανάρχαια αυτή δωρική διάλεκτος, έστω από ελάχιστους ανθρώπους. Το Λεωνίδιο και η ευρύτερη περιοχή του Πάρνωνα, ορεινή ή παραλιακή, είναι από τα ελάχιστα μέρη στην Ελλάδα που ο τουρισμός δεν τα έχει επηρεάσει καθοριστικά, είτε θετικά είτε αρνητικά. Κατά τη γνώμη μας, είναι μια πόλη που δεν μοιάζει με καμιά άλλη της Πελοποννήσου και σε αυτό έχει συμβάλει και η γεωγραφία.
Έως τα μέσα του 20ού αιώνα για να φθάσει κανείς στο Λεωνίδιο δεν τον εξυπηρετούσε το αυτοκίνητο αλλά πολύ περισσότερο η ακτοπλοϊκή γραμμή του Αργοσαρωνικού που κατέληγε στην Πλάκα, το επίνειο του Λεωνιδίου. Σήμερα, φθάνει κανείς εκεί διασχίζοντας έναν εντυπωσιακό σε τοπία αλλά δύσκολο γεμάτο στροφές δρόμο. Η πρώτη εικόνα που κάνει τον επισκέπτη να νιώσει πως βρίσκεται σε έναν ιδιαίτερο τόπο είναι η ταμπέλα «Καούρ εκάματε». Καλώς ήρθατε δηλαδή, στην τσακώνικη διάλεκτο. Στο φόντο βλέπουμε τον τεράστιο Κοκκινόβραχο που έχει κάνει την πόλη δημοφιλή στους φίλους της αναρρίχησης. Όμως, εκτός από αυτή την εξαιρετική προίκα της φύσης η πόλη έχει και ανθρώπινα δημιουργήματα για τα οποία είναι περήφανη.
Το Λεωνίδιο είναι γεμάτο διώροφα και τριώροφα αρχοντικά σπίτια, αρκετά από αυτά είναι τόσο παλιά που έστεκαν στη θέση τους ήδη πριν την επανάσταση του 1821. Πολλά από αυτά πλέον είναι επισκέψιμα, χάρη σε πρωτοβουλίες των κληρονόμων ή του δήμου. Τα περισσότερα διαθέτουν πλακόστρωτες και βοτσαλωτές αυλές, βρύσες με πέτρινα στόμια, κεραμοσκέπαστα χαγιάτια όπως και σκαλιστά ζωγραφισμένα ταβάνια, όλα αυτά αποτελούν στοιχεία της τσακώνικης αρχιτεκτονικής. Αν βρεθείτε σε αυτή τη γωνιά της Πελοποννήσου έστω και τυχαία αξίζει αφιερώσετε χρόνο για να τα δείτε από κοντά.
Σίγουρα, το μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό καύχημα της πόλης είναι ο Πύργος Τσικαλιώτη. Χτίστηκε το 1808 από τον έμπορο ξυλείας Κωνσταντίνο Τσικαλιώτη, ο οποίος υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και χρηματοδότης της Επανάστασης. Όπως και άλλα αρχοντικά της περιοχής δεν πρόκειται απλά για μια κατοικία ενός εύπορου ανθρώπου αλλά ταυτόχρονα αμυντικό κτίσμα. Υπήρχαν τουφεκίστρες καθώς και διάφορες κατασκευαστικές παγίδες. Για παράδειγμα, τα ασύμμετρα σκαλιά, όπου ο εισβολέας που δεν γνώριζε την κατασκευή ήταν εύκολο να σκοντάψει.
Πίσω από τις πόρτες των δωματίων, υπήρχε χώρος για να αιφνιδιάσει τον εχθρό κάποιος κρυμμένος ένοικος του σπιτιού. Η κρυψώνα πίσω από το ντουλάπι της κουζίνας είχε χώρο για παιδιά και πολύτιμα αντικείμενα, ενώ αν αυτά αποτύγχαναν μια μυστική στοά, θα οδηγούσε σε ασφαλές μέρος τους ιδιοκτήτες του πύργου.
Για αυτές τις «πινελιές» της τσακώνικης αρχιτεκτονικής μπορείτε να ενημερωθείτε στην μικρή έκθεση που λειτουργεί εντός του οικήματος. Δυστυχώς, αυτή την περίοδο ο πύργος παραμένει κλειστός, όμως αναμένεται να λειτουργήσει ξανά από τη νέα χρονιά.
Ένα άλλο κτίσμα το οποίο αποκαλύπτει το σπουδαίο ναυτικό παρελθόν της πόλης είναι το αρχοντικό Πολυτίμου. Πρόκειται για ένα θαυμάσιο δείγμα του τοπικού αρχιτεκτονικού ρυθμού. Το αρχοντικό που χτίστηκε το 1816 είναι μαζί με τον Πύργο Τσικαλιώτη και το αρχοντικό Κατσικογιάννη (1807), τρία από τα σημαντικότερα προεπαναστατικά μνημεία της Πελοποννήσου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου